Τι είναι επιταγή «ευκολίας» και «λευκή» επιταγή


Η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η χρησιμοποίηση στην πράξη της επιταγής ως μέσο πίστης και η διστακτικότητα Τραπεζών να ανανεώσουν τις πιστώσεις προς τις χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις έχει μεγαλώσει τον τελευταίο χρόνο τον αριθμό των «ακάλυπτων» επιταγών και ιδίως εκείνων που έχουν ενεχυριασθεί στις Τράπεζες για χρηματοδότηση και έχουν προεξοφληθεί  αυτές στους κομιστές τους.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως όταν κάποιος έχει εκδώσει επιταγές «ευκολίας» ή «λευκές» επιταγές καθόσον αυτές πολλές φορές μένουν «ακάλυπτες» και σφραγίζονται. Μάλιστα συνήθως έχουν ενεχυριασθεί προς προεξόφληση στις τράπεζες από τους κομιστές τους, οι οποίοι –παρά την συμφωνία με τον εκδότη-αδυνατούν να τις καλύψουν κατά την φερόμενη ημερομηνία έκδοσής τους.
Οι συχνότερες ενστάσεις των εκδοτών εδράζονται συνήθως στην κατάχρηση της εμπιστοσύνης τους που επέδειξε ο λήπτης ή ο πρώτος κομιστής του τίτλου και αφορούν κυρίως α) στην έλλειψη πραγματικού νομικού δεσμού μεταξύ τους (επιταγή «ευκολίας») και β) στην αντισυμβατική συμπλήρωση «λευκής» επιταγής.

Τι είναι η επιταγή «ευκολίας»

α. Έννοια
Είναι η επιταγή εκείνη, η οποία εκδίδεται χωρίς να υπάρχει καμία έννομη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής που να δικαιολογεί την έκδοσή της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση αυτής της επιταγής δεν πρόκειται να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, ο δε σκοπός στον οποίο αυτοί αποβλέπουν ήταν η απόκτηση πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων.
Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής «ευκολίας» όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση κάποιου (του λήπτη της επιταγής ή και του πρώτου κομιστή αυτής) ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος και να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον.
Η επιταγή «ευκολίας» είναι έγκυρη επιταγή (διακρίνεται από την «εικονική» επιταγή) ενώ έχει συνήθως αιτία χαριστική.

Β. Η «άμυνα» του εκδότη

Σε περίπτωση «σφράγισης» αυτών των επιταγών (εκτός από τις ποινικές ευθύνες του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 περί ευθύνης του εκδότη ακάλυπτης επιταγής σε συνδυασμό ενδεχομένως με τις διατάξεις του άρθρου 386 Ποινικού Κώδικα περί απάτης και τις φορολογικές συνέπειες σε έναν πιθανό έλεγχο), ο εκδότης συχνά φέρεται εναγόμενος από τον κομιστή του τίτλου είτε λόγω της αξίωσης κατ’ αυτού που έχει ο τελευταίος από το άρθρο 40 Ν. 5960/33 περί επιταγών (αναγωγική ευθύνη) είτε λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθρο 914 Αστικού Κώδικα) που πηγάζει από το ίδιο το αδίκημα της μη πληρωμής του τίτλου. Συνήθως μάλιστα έχει εκδοθεί εις βάρος του διαταγή πληρωμής και επίκειται εκτέλεση.
Ο κομιστής δεν υποχρεούται λόγω του αναιτιώδους της επιταγής να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη (έγκυρης) αιτίας από την έκδοση του τίτλου όμως ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί κάθε ελάττωμα από τις σχέσεις αυτές.
Η επίκληση των ελαττωμάτων αυτών, δηλαδή των προσωπικών ενστάσεων που έχει ο εκδότης έναντι του αρχικού λήπτη της επιταγής, μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου κομιστή σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 5960/33 μόνο αν αυτός α) κατά την κτήση της επιταγής ήταν κακόπιστος (γνώριζε δηλαδή τις ενστάσεις αυτές) και β) ενήργησε έτσι με σκοπό να βλάψει τον οφειλέτη.
Γίνεται αντιληπτό ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να αποδειχθεί όταν ο τελευταίος κομιστής του τίτλου είναι Τράπεζα που τον έχει προεξοφλήσει στον αρχικό λήπτη. Και τούτο γιατί ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι οι υπάλληλοι αυτής έδρασαν με βαριά αμέλεια ή και κακόπιστα κατά την προεξόφληση των επιταγών (π.χ. δεν ήλεγξαν αν η συναλλαγή είναι πραγματική ή αν ο πιστούχος είναι πραγματικά φερέγγυος) είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ότι αυτό το έκαναν ειδικά για να βλάψουν τον εκδότη του τίτλου.

Τι είναι η «λευκή» επιταγή.

Α) Έννοια

Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση όταν έχει εκδοθεί «λευκή» επιταγή.
Η «λευκή επιταγή» είναι εκείνη από την οποία λείπουν ένα ή περισσότερα στοιχεία (τόπος έκδοσης, ποσό, ημερομηνία έκδοσης κλπ.) είναι δηλαδή ατελής ως προς αυτά κατά την έκδοσή της, η οποία όμως κατά συμφωνία των ενδιαφερομένων μπορεί να συμπληρωθεί εκ των υστέρων από τον λήπτη της ή από τρίτο κομιστή.
Ο νόμος δεν καθορίζει την έκταση της ηθελημένης ατέλειας. Γι’ αυτό και η έλλειψη τυπικών στοιχείων μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο, ώστε ο τίτλος να έχει μόνο την υπογραφή του εκδότη (η οποία μπορεί να έχει τεθεί και με αντιπρόσωπο) καθόσον χωρίς αυτή δεν υφίσταται καν το αξιόγραφο της επιταγής.
Η λειτουργία της «λευκής» επιταγής συνίσταται στο ότι μέχρις ότου συμπληρωθεί είναι άκυρη, αν το στοιχείο που λείπει είναι από αυτά που δεν αναπληρώνονται, ενώ, όταν συμπληρωθεί, γίνεται πλήρης και μάλιστα αναδρομικά, σαν να είχε εξ’ αρχής το περιεχόμενο που απέκτησε με τη συμπλήρωση.
Την λευκή επιταγή προβλέπει το άρθρο 13 του Ν. 5960/1933 σύμφωνα με το οποίο «εάν επιταγή, ατελής κατά την έκδοση, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών τούτων δεν δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστού, ειμή μόνο εάν κατά την κτήση αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα».
Από τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 1 του Ν. 5960 μπορούν να λείπουν ένα ή περισσότερα ή και όλα ακόμα.
Η ηθελημένη παράλειψη ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της επιταγής πρέπει να συνοδεύεται από συμφωνία συμπλήρωσής τους. Η συμφωνία, αυτή είναι ουσιώδης προκειμένου να κριθεί αν η συμπλήρωση έγινε κανονικά.

Β)  Αποτελέσματα συμπλήρωσης «λευκής» επιταγής κατά την συμφωνία και αντίθετα από αυτή – Άμυνα του εκδότη.

Αν η συμπλήρωση έγινε αντισυμβατικά, δηλαδή ενάντια στην συμφωνία που είχε γίνει (π.χ. συμπληρώθηκε ποσό μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν) η επιταγή γίνεται αναδρομικά έγκυρη και πλήρης και έχει τα ίδια αποτελέσματα που θα είχε αν είχε συμπληρωθεί κατά τα συμπεφωνημένα.
Την ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης έχει δικαίωμα να αντιτάξει ο εκδότης μόνο κατά αυτού εις διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, την οποία συμπλήρωσε αντισυμβατικά  καθώς επίσης, και κατά  του κομιστή ο οποίος την απέκτησε διαπράττοντας βαρύ πταίσμα.
Βαρύ πταίσμα συντρέχει αν ο κομιστής αγνοούσε αδικαιολόγητα την συμπλήρωση κατά παράβαση της συμφωνίας, π.χ. διότι δεν έλαβε υπόψη την προειδοποίηση του εκδότη περί αντισυμβατικής συμπλήρωσης, δεν προέβη σε έλεγχο επαλήθευσης της συναλλαγής κλπ.
Στην δικαστική πρακτική συνήθως ο εκδότης τέτοιων επιταγών επικαλείται την ένσταση πλαστογραφίας  για να καλύψει την αντισυμβατική συμπλήρωση του τίτλου. Η προβολή της ένστασης αυτής (η οποία σε κάθε περίπτωση απαιτεί μακρούς δικαστικούς αγώνες για να αποδειχθεί) έχει για τον αμυνόμενο οφειλέτη το πλεονέκτημα ότι προβάλλεται κατά παντός τρίτου κομιστή έστω και καλής πίστεως.
Η νομολογία του Αρείου Πάγου αλλά και των δικαστηρίων της ουσίας δυφορείται ως προς το αν μια τέτοια αντισυμβατική συμπλήρωση αποτελεί πλαστογραφία (ΑΠ 738/2006, 1077/2009).
Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι η πλαστογραφία υπάρχει μόνο αν συμπληρώνεται λευκή επιταγή χωρίς να υπάρχει καμιά συμφωνία  για την συμπλήρωσή της.
Η άποψη αυτή δέχεται ότι στην περίπτωση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί για την προβολή της ένστασης αυτής το άρθρο 13 Ν. 5960/33 δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο τελευταίος κομιστής του τίτλου επέδειξε βαρύ πταίσμα κατά την απόκτησή του. Η απόδειξη των ισχυρισμών αυτών είναι πιο εύκολη καθόσον δεν απαιτείται πρόθεση του τελευταίου κομιστή να βλάψει τον εκδότη των επιταγών.

Συμπέρασμα

Τα ανωτέρω αφορούν μόνο τις αστικές συνέπειες από την έκδοση των επιταγών αυτών. Οι ενδεχόμενες ποινικές και φορολογικές επιπτώσεις σε έναν ενδεχόμενο έλεγχο θα αποτελέσουν αντικείμενο άλλου άρθρου.

Δικηγορικό γραφείο
Κώστας Λέων και συνεργάτες

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s