Οι ενστάσεις των τραπεζών στο δικαστήριο. Διαδικασία του Ν.3869/2010 ΥπερΧρεωμένα Νοικοκυριά


Οι τράπεζες με την απόφαση υπαγωγής του δανειολήπτη στο Ν. 3869/2010 υποχρεώνονται συνήθως σε μεγάλο κούρεμα της απαίτησής τους. Στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τη ζημία που θα υποστούν, επικαλούνται στο Δικαστήριο μία σειρά από ενστάσεις, με τις οποίες επιδιώκουν την απόρριψη της αίτησης. Οι ενστάσεις αυτές προτείνουν την έλλειψη άλλοτε των τυπικών και άλλοτε των ουσιαστικών προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για υπαχθεί ο οφειλέτης στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Ειδικότερα, οι συνηθέστερες από τις ενστάσεις αυτές είναι οι κάτωθι:

Η έλλειψη στο δικόγραφο της αίτησης σαφούς αιτήματος διάσωσης της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη

Ακόμη και εάν εκ παραδρομής παραλείφθηκε να αναγραφεί στο δικόγραφο σαφές αίτημα διάσωσης της μοναδικής κατοικίας του δανειολήπτη, η ένσταση της τράπεζας δεν είναι βάσιμη, εφόσον σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 216 και 747 ΚΠολΔ δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση του αιτήματος και μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή του σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο να διατυπώνεται σαφώς. Πιο συγκεκριμένα, αρκεί στην ένδικη αίτηση να γίνεται σαφής και ειδική αναφορά στο ότι το περιγραφόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, να προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου επακριβώς και να προτείνεται ένα σχέδιο ρύθμισης της οφειλής που να λαμβάνει υπόψη τη διάσωση της μοναδικής κατοικίας.

Εκτός αυτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής.

Η παράβαση του καθήκοντος αληθείας από τον οφειλέτη, λόγω απόκρυψης περιουσιακών του στοιχείων στην αίτηση

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του αρθ. 10 ν. 3869/10 επιβάλλεται στον οφειλέτη το καθήκον για ειλικρινή δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων και εισοδημάτων, καθόλο το διάστημα της διαδικασίας της ρύθμισης που αρχίζει με την κατάθεση της αίτησης του αρθ. 4 παρ.1, αλλά και την περίοδο της ρύθμισης των αρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του νόμου. Ειδικότερες μορφές του καθήκοντος αυτού αποτελούν οι υποχρεώσεις για ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις καταστάσεις της παρ. 1 του αρθ. 4, για αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης της παρ. 2β του αρθ. 4. Η παράβαση των υποχρεώσεών του αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης ρύθμισης ή την έκπτωση από τη ρύθμιση ή την έκπτωση από την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 χρόνια μετά την επέλευσή της, παράλληλα δε νέα αίτηση ρύθμισης μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο δύο ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης, ή την τελεσιδικία της απόφασης περί έκπτωσης. Για να επέλθουν οι δυσμενείς αυτές κυρώσεις σε βάρος του οφειλέτη θα πρέπει οι ατελείς δηλώσεις του να είναι πρόσφορες να μειώσουν την ικανοποίηση των πιστωτών.

Είναι εντελώς επουσιώδης η παράλειψη του αιτούντος να περιλάβει στην αίτηση και στην υπεύθυνη δήλωσή του περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν έχει αξιόλογη εμπορική αξία, ικανή να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρει σημαντικό ποσό για την ικανοποίηση των πιστωτών του (π.χ. μικρό ποσοστό κυριότητας εξ αδιαιρέτου σε αγροτεμάχιο μικρής αξίας ή ΙΧΕ όχημα μικρού κυβισμού), εφόσον όμως η παράλειψη αυτή σε κάθε περίπτωση δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρειά αμέλειά του και συνεπώς δεν συνιστά περίπτωση παράβασης του καθήκοντος για ειλικρινή δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων και επέλευσης σε βάρος του των πιο πάνω δυσμενών συνεπειών του νόμου.

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που στην αίτηση δεν δηλώθηκε εφάπαξ εισόδημα ή επίδομα, το οποίο όμως δεν είναι ικανό να επιφέρει σημαντική βελτίωση στην περιουσιακή κατάσταση του δανειολήπτη.

Επιπλέον, ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να περιγράψει στην αίτηση τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου του, τα οποία αποτελούν ξένη περιουσία και δεν είναι ως εκ τούτου υπέγγυα στους πιστωτές του.

Η μη αναγραφή στην αίτηση ενός συνολικού σχεδίου διευθέτησης των οφειλών αλλά χωριστού σχεδίου συμβιβασμού για κάθε πιστωτή

Ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί, αρκεί να έχει ενσωματωθεί στην αίτηση τέτοιο σχέδιο, στο οποίο περιέχονται οι απαιτήσεις κάθε πιστώτριας τράπεζας και ο προτεινόμενος τρόπος εξόφλησής τους με προσδιορισμό των επί μέρους καταβολών κατά αριθμό μηνιαίων δόσεων και ποσό.

Η μη τήρηση ως προς την τράπεζα της διαδικασίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, καθόσον ο οφειλέτης δεν την περίμενε να απαντήσει στην πρόταση

Εύλογος χρόνος αναμονής της απάντησης της τράπεζας σε πρόταση εξωδικαστικού συμβιβασμού θεωρείται αυτός του ενός μηνός. Μετά την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση στην τράπεζα της αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης μπορεί να θεωρήσει τη μη απάντηση ως αρνητική και να προχωρήσει σε άσκηση αίτησης για ρύθμιση και απαλλαγή από το οφειλές στο Δικαστήριο.

Η κατάθεση της αίτησης στο δικαστήριο προ της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ, 1 εδ.α του νόμου 3869/2010 «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», «προϋπόθεση για την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου υποβολή αίτησης του οφειλέτη για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή αποτελεί η εκ μέρους του καταβολή προσπάθειας επίτευξης εξωδικαστικαύ συμβιβασμού με τους πιστωτές του και η αποτυχία αυτής, κατά το τελευταίο πριν την υποβολή της αίτησης εξάμηνο».

Με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της παραπάνω αίτησης ορίζεται το ειρηνοδικείο της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του οφειλέτη, στο γραμματέα του οησίου κατατίθεται η αίτηση «για την έναρξη της διαδικασίας» στο δικαστήριο (άρθρο 4 παρ. 1). Ο νόμος προβλέπει τρία διαφορετικά: υποχρεωτικά – δηλαδή τίθενται, καθένα ως προϋπόθεση για το επόμενο – και αλληλοδιάδοχα χρονικά – με την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η προσφυγή στο επόμενο πριν λήξει το προηγούμενο – μεταξύ τους στάδια για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή από αυτές των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Το πρώτο είναι η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού του άρθρου 2, το δεύτερο είναι η κατάθεση της αίτησης στο ειρηνοδικείο και ή προσπάθεια δικαστικού συμβιβασμού (άρθρα 4 έως 7) και το τρίτο, η δικαστική κρίση και η οριστική απόφαση επί της αίτησης (άρθρα 8 και 9 του νόμου. Βλ. την αιτιολογική έκθεση). Ο διαχωρισμός των σταδίων και η απαγόρευση της αλληλοκάλυψής τους παρίσταται απολύτως λογικός, δεδομένου ότι η επίτευξη αποτελέσματυς σε κάποιο από τα προηγούμενα, καθιστά χωρίς νόημα και αντικείμενο τα επόμενα. Οπως έχει τεθεί λοιπόν η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α που προαναφέρεται, αλλά και ο αυστηρός διαφορισμός των σταδίων, με συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, των μερικότερων ενεργειών σε καθένα τους, επίσης διακριτών, αποτελεί όρο της προδικασίας της κατάθεσης της αίτησης στο ειρηνοδικείο και έχει όρο για τη συζήτηση της, η προηγούμενη προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού και η αποτυχία του, η οποία πρέπει να βεβαιώνεται εγγράφως και να προσκομίζεται από τον οφειλέτη για να τεθεί οτο φάκελο του η βεβαίωση περί της αποτυχίας (αρθρ. 2 παρ. 2 εδ. α, 4 παρ. 2 περ. α του νόμου). Αν κατά συνέπεια αποδεικνύεται ότι η αίτηση κατατέθηκε πριν από την προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, η αίτηση είναι απαράδεκτη για έλλειψη της απαιτούμενης προδικασίας και απορρίπτεται γ’ αυτό το λόγο, έστω και αν πριν από τη συζήτηση της έχει βεβαιωθεί η αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Η αοριστία της αίτησης για ρύθμιση και απαλλαγή οφειλών στο Δικαστήριο

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 747 παρ. 2 ΚΠολΑ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αιτήσεως κατά την διαδικασία αυτή, πρέπει να περιέχει εκτός των άλλων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς κατά τρόπο σαφή, ωρισμένο και ευσύνοπτο. Αν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ευκρινώς όλα τα πραγματικά γεγονότα, όσα κατά νόμο είναι αναγκαία για το δικαίωμα πού αξιώνεται ή περιέχονται με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά την άσκηση της αιτήσεως μη νομότυπη και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο γιατί ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά την δημοσία τάξη. Η αοριστία δε αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1296/83 NOB 32, 1028, ΑΠ 915/80 NOB 29, 296 ΕΑ 6322/95, ΕλλΔ/νη 1998, 613, ΕφΔωδ 66/96, ΕπισΕΔ 1997, 138, ΠΠΑ 2960/96, ΔΕΕ 1997, 72).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, σαφώς συνάγεται ότι στο δικόγραφο (αίτηση) του ως άνω άρθρου, πρέπει ν’ αναφέρονται ότι: ο αιτών (φυσικό πρόσωπο και μη έμπορος) έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου (Ν. 3869/10), ότι συντρέχει στο πρόσωπο του μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων αυτών χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και του συζύγου του από την εργασία του αλλά και από λοιπές πηγές, ποιοι είναι οι πιστωτές με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις των πιστωτών: κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, οι οποίες πρόκειται να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου, καθώς και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών αυτών. Άλλως, αν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ευκρινώς όλα τα ανωτέρω, τα οποία κατά νόμο είναι αναγκαία για το δικαίωμα του οφειλέτη να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου ή περιέχονται με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά την άσκηση της αιτήσεως μη νομότυπη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο γιατί ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά την δημοσία τάξη (βλ. Δ, Μακρή κατ’ άρθρο ερμηνεία Ν. 3869/2010).

Το ύψος των απαιτήσεων των τραπεζών έχει μεταβληθεί από το χρόνο υποβολής της αιτήσεως στο Δικαστήριο, συνεπώς πρέπει η ρύθμιση να περιλάβει τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέχρι τη συζήτηση

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του νόμου, το δικαστήριο προκειμένου να προχωρήσει σε ρύθμιση ελέγχει μόνο την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 8, η ένταξη της απαιτήσεως στη ρύθμιση, η οποία είναι προσωρινή, θα γίνει με τη μορφή και το ύψος, που την εισφέρει ο οφειλέτης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του ύψους της ή των δεδουλευμένων τόκων από το δικαστήριο, λόγω της αμφισβήτησης του ύψους της απαιτήσεως από τον πιστωτή.

Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος: Ο αιτών εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές του την κακή οικονομική του κατάσταση και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που του επέτρεπε το εισόδημα του

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να μην είναι αόριστος αυτός ο ισχυρισμός των τραπεζών, πρέπει να εξειδικεύεται στην ένσταση με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους.

Από:nomikosodigos.info
Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s